ΚΑΠΟΤΕ ΣΕ ΜΙΑ ΜΕΣΑΙΩΝΙΚΗ ΠΟΛΗ της Ευρώπης, ζούσε ένα ξεχωριστό παιδί το οποίο μεγάλωνε με έναν πολύ σκληρό πατέρα. Το κακομεταχειριζόταν, το έβριζε και το χτυπούσε, πολλές φορές χωρίς κανένα λόγο. Μεγάλωνε δύσκολα το παιδί, με πολλά απωθημένα.
Όπως ήταν φυσικό, το παιδί ήθελε να φύγει από το σπίτι του. Την χάρη, του την έκανε μια μέρα ο ίδιος ο πατέρας, όταν πάνω σε έναν καυγά, τον έδιωξε κλοτσηδόν από το σπίτι ουρλιάζοντας:
“Nα μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ! Άχρηστε!”.
Έτσι κι έγινε. Το παιδί έζησε μόνο του στους δρόμους περίπου δέκα χρόνια, κλέβοντας κι εξαπατώντας κόσμο στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Έφτασε κάποτε τα δεκαοχτώ, και κατόρθωσε έως τότε να μαζέψει πολλά χρήματα από τις παρανομίες του.
Όπως ήταν φυσικό, το παιδί ήθελε να φύγει από το σπίτι του. Την χάρη, του την έκανε μια μέρα ο ίδιος ο πατέρας, όταν πάνω σε έναν καυγά, τον έδιωξε κλοτσηδόν από το σπίτι ουρλιάζοντας:
“Nα μην ξαναπατήσεις το πόδι σου εδώ! Άχρηστε!”.
Έτσι κι έγινε. Το παιδί έζησε μόνο του στους δρόμους περίπου δέκα χρόνια, κλέβοντας κι εξαπατώντας κόσμο στην προσπάθειά του να επιβιώσει. Έφτασε κάποτε τα δεκαοχτώ, και κατόρθωσε έως τότε να μαζέψει πολλά χρήματα από τις παρανομίες του.
