![]() |
| Οι Εφτά Λευκές Πέτρες |
ΗΤΑΝ ΚΑΠΟΤΕ ΕΝΑΣ ΧΩΡΙΚΟΣ, που ζούσε σ’ ένα χωριό ξεχασμένο, σε μια κοιλάδα ανάμεσα σε ψηλά βουνά, κι η ζωή του κυλούσε μονότονα κι απαράλλαχτα τη μια μέρα με την άλλη. Κάθε μέρα που όργωνε και καλλιεργούσε το μικρό χωράφι του, ξεχνιόταν κάθε τόσο να κοιτάζει τις ψηλές κι απρόσιτες βουνοκορφές που εμπόδιζαν τη ματιά του να φτάσει τη γραμμή του ορίζοντα. Λαχταρούσε όσο τίποτα άλλο να έρθει η μέρα που θα τις διαβεί και θα ταξιδέψει σ’ όλο τον κόσμο, να γνωρίσει πολιτείες αλλά και θάλασσες, λίμνες και ποτάμια που έλειπαν από τον τόπο του και δεν τα είχε δει ποτέ.
Ήταν όμως τόσο φτωχός που όλοι τον κορόιδευαν όταν τους μιλούσε για την επιθυμία του, όλοι τον είχαν για ανόητο κι έλεγαν πως οι νεράιδες του δάσους του έχουν πάρει τα μυαλά. Γιατί πως αλλιώς ήταν δυνατό να πιστεύει ότι θα ταξιδέψει μια μέρα όλο τον κόσμο, αυτός, που δεν είχε διόλου πλούτη και παράδες.
